Πώς να προφέρετε τη λέξη 'proof'

proof

Sports & Recreation
American
/pruːf/

ανάλυση συλλαβών

proof

Πώς οι φυσικοί ομιλητές λένε τη λέξη 'proof'

British
/pruːf/

ανάλυση συλλαβών

proof

Πώς οι φυσικοί ομιλητές λένε τη λέξη 'proof'

Οδηγός Προφοράς στην Αμερικανική

βήματα προφοράς

  • Ξεκινήστε με το 'pr' χρησιμοποιώντας τα χείλη σας κλειστά και αφήνοντας λίγο αέρα να περάσει.

  • Εκφωνήστε τον ήχο 'uː' σαν να λέτε 'ου' με μακρόσυρτη διάρκεια.

  • Τελειώστε με το 'f', βάζοντας τα δόντια σας στο κάτω χείλος και αφήνοντας τον αέρα να περάσει.

συνηθισμένα λάθη

  • Αντί για 'pruː', λέγεται 'pro'(pruː-f).

  • Σφήνωση του 'f' (pru-fu).

  • Αγνοώντας τον μακρόσυρτο ήχο 'uː' (pruf).

Οδηγός Προφοράς στη Βρετανική

βήματα προφοράς

  • same as American

συνηθισμένα λάθη

  • same as American

Συχνές ερωτήσεις

Πώς σχηματίζεται ο ήχος 'pr'?

Χρησιμοποιήστε κλειστά χείλη με ελαφρύ αέρα.

Πώς προφέρεται το 'uː';

Το 'uː' είναι μακρό και ακούγεται σαν 'ου'.

Ποια είναι η πιο συνηθισμένη λάθος εκφορά;

Συνήθως το 'f' δεν προφέρεται σωστά.

ορισμός

proof

Τεκμήριο ή απόδειξη.

οικογένεια λέξεων

prove

/pruːv/

verb

Αποδεικνύω

Example: I can prove it.

proofreader

/ˈpruːfˌriːdər/

noun

Διορθωτής

Example: She is a proofreader.

provable

/ˈpruːvəbl/

adjective

Αποδείξιμος

Example: It is a provable fact.

Βασικές Διαφορές στην Προφορά

Το 'proof' έχει μακρό 'f', ενώ το 'prove' τελειώνει με 'v'.

Το 'proofreader' έχει πιο σύνθετη τηνχος.

Το 'provable' έχει επίθετο μορφή και διαφορετική θέση τονισμού.

Επαγγελματικές Συμβουλές

Προσοχή στο μακρό 'uː'

Φροντίστε να μην γίνει μικρό και σύντομο.

Αφήστε τα δόντια να δουλέψουν

Χρησιμοποιήστε τα μπροστινά δόντια σας για τον ήχο 'f'.

Γειτονικές λέξεις

Δοκιμάστε την προφορά σας σε λέξεις που έχουν ηχητικές ομοιότητες με την απόδειξη

adventure

/ədˈvɛntʃər/

amateur

/ˈæm.ə.tʃɚ/

appeal

/əˈpil/

appreciate

/əˈpriʃiˌeɪt/

athlete

/ˈæθ.liːt/

ball

/bɔl/

basin

/ˈbeɪ.sən/

basket

/ˈbæskɪt/

Άλλες κατηγορίες

Δοκιμάστε την προφορά σας σε λέξεις εντός άλλων κατηγοριών

adjoin

abroad

ability

agenda